ΟΜΟΝΟΙΑ: Κάποιο Σάββατο του 2011, 20:00 – 20:10

Μαΐου 11, 2011

Με το βινύλιο παραμάσχαλα, βγαίνω από το Μετρόπολις και κατεβαίνω την Πανεπιστημίου για να πάρω το μετρό. Ψιλοβρέχει, και κάποιες στιγμές βρέχει κανονικά. Είναι Σάββατο και έχει μόλις βραδιάσει. Θυμάμαι παλιότερα η Αθήνα έδειχνε πιο όμορφη όταν βράδιαζε. Τώρα όχι πια. Σίγουρα όχι σε αυτή τη γωνιά. Τώρα η ημέρα με τους πολύχρωμους νοικοκυραίους και ανοικοκύρευτους να τρέχουν είναι ένας περισπασμός, μια ψευδαίσθηση ροής της ζωής τέτοια που για πρώτη φορά η Αθήνα τη μέρα είναι πιο αναπνεύσιμη. Είναι αρκετοί δε αυτοί -οι άνθρωποι που η αυταρέσκειά τους τους επιτρέπει να περπατήσουν μέχρι την ‘ανεκτικότητα’ αλλά ποτέ μέχρι την αποδοχή- που καμαρώνουν αυτή τη νέα εξωτική ταπετσαρία ωσάν να μη πρόκειται για ανθρώπους, ωσαν να έχει εξαλειφθεί η ανάγκη και όλα να εμπίπτουν σε μια αισθητική κατηγορία που θα γίνει εκπομπή στη ‘νέα’ ΕΡΤ, θα νεύσει με βασιλικό μεγαλείο στους Ατενίστας, θα ψηφίσει τον Καμίνη και θα επαμφοτερίζει ανάμεσα σε πολιτικές γκρούπες της ‘ευθύνης’ όπως ΔΗ.ΑΡ. και Φ.Σ. Συνήθως αυτοί οι άνθρωποι περπατούν αυτή τη γωνιά μέρα -τότε που πάνε στη δουλειά- και κάποιες φορές σε κανένα μουσικό κρεσέντο που έρχεται στα ακουστικά τους κατεβάζουν τα γυαλιά ηλίου και βαμπιρίζουν χαριτωμένες μητροπολιτικές εικόνες πολυχρωμίας.

Οι εφημερίδες της Κυριακής βρέχονται αδιάφορα εδώ και ώρα στους πάγκους ενώ τα νυχτοπούλια βγαίνουν από τις σπηλιές τους. Τα τζάνκια ακροβολίζονται και κάθονται στις μεγάλες πόρτες των μεγάλων κτηρίων σε ομάδες των δύο και των τριών: Πανεπιστημίου και Δώρου, πίσω από το Δημαρχείο, δίπλα από τα τσοντοσινεμά χτυπάνε ενέσεις φόρα παρτίδα. Σε δέκα λεπτά μέτρησα 6 χτυπήματα. Τα τζάνκια είναι οι βετεράνοι της πλατείας. Ένας βετεράνος σε αναπηρικό καροτσάκι έχει μπει στο ασανσέρ του μετρό για να προφυλαχθεί από την βροχή. Δίπλα στους βετεράνους το νέο αίμα έχει πληθύνει. 25άρηδες που θα μπορούσαν να είναι και συμφοιτητές σου, λίγο καθαροί ακόμα, λίγο άστεγοι, λίγο με το βλέμμα του χασισιού να αναζητούν κάτι, κάπου over the rainbow.

Το πεζοδρόμιο Αθηνάς και Σταδίου είναι για τους γενναίους. Ο πάγκος με τις εφημερίδες χάνεται πίσω από ένα πηχτό πλήθος από μαύρους κυρίως θαμώνες που ψάχνουν να βάλουν κάπου το χέρι τους. Κυριολεκτικά τρίβεσαι στα σώματά τους για να περάσεις και ένα κλάσμα δευτερολέπτου αφηρημάδας είναι αρκετό για να σου πάρουν κάτι που προφανώς εσύ δε το ήθελες πολύ και ο άλλος προφανώς το είχε ανάγκη. Μέσα σε αυτό το πήξιμο βρίσκω μπροστά μου ένα ζευγάρι της ‘ανεκτικότητας’ με την φρέσκια Καθημερινή σε νάιλον σακούλα να περπατά σχεδόν αργά κάτω από μια ομπρέλα. Μοιάζουν να είναι τόσο αλλού που μπαίνω στον πειρασμό να γίνω και εγώ ένα σώμα σαν τα υπόλοιπα σώματα που με ξεγεννούν και να ακουμπήσω την σαπουνόφουσκά τους. Σπρώχνω και τρίβομαι στη γυναίκα, σπρώχνω και τρίβομαι στον άντρα, μα η σαπουνόφουσκα άθικτη. Κατεβαίνω τις κυλιόμενες του μετρό και από την απέναντι σκάλα παρατηρώ ένα ταλαντούχο χέρι να παίρνει κάτι -πορτοφόλι ή κινητό- από το νεγκλιζέ σακίδιο μιας αδέξιας νεαρής γυναίκας. Το αντιλαμβάνεται γρήγορα και με μια άχαρη φωνή και έναν πανικό προσπαθεί να τρέξει ανάποδα στις κυλιόμενες και τρώει τα μούτρα της. Το πουλί έχει πετάξει.

Μπαίνοντας στο τρένο δύο άντρες καλοβαλμένοι που-δεν-τους-φαίνεται-καθόλου στέκονται όρθιοι και αρκετά κοντά ώστε το υποψιασμένο μάτι να καταλάβει πως οι αντιστάσεις της αύρας έχουν προ πολλού καμφθεί. Προς επίρρωση, ο νεότερος -γύρω στα 35- καταφανώς κυριευμένος από μια στιγμιαία υστερία της άσπιλης εμφάνισης του ημίσεως και με μια απότομη κίνηση τινάζει από το πέτο του ημίσεως μια τρίχα -ίσως- ανοίγοντας για το κοινό του βαγονιού για ένα δέκατο του δευτερολέπτου την γυάλινη ντουλάπα τους. Βέβαια τα ασορτί σουέντ μοκασίνια ήταν αρκετά για να ξεδιαλύνουν κάθε αμφιβολία. Απέναντί μου κάθονται δύο λεσβίες γύρω στα 45 με τις υπέροχες εμαγιέ καρφίτσες τους και τα σκουλαρίκια τους από πωλητήριο μουσείου. Κρατούν η μια το χέρι της άλλης σφιχτά και χαμογελούν. Μια εικόνα που ξελαφρώνει το μυαλό μου από το μεταιχμιακό δεκάλεπτο της Ομόνοιας. Μετράει για βαμπιρισμός να πίνεις από το ίδιο σου το είδος; Πάνω στη γη σκοτάδι. Κάτω από τη γη το εκτυφλωτικό τεχνητό φως ημέρας του μετρό. Υποψήφιος άνευ αποδοχής και εγώ, μια τέλεια queer ψηφίδα για το πολύχρωμο σάβανο που υφαίνουν οι ‘ανεκτικοί’ για την πόλη μου που τη σκότωσαν.

[Η ανεκτικότητα είναι μια κυριαρχική αφήγηση. Μια αφήγηση εξουσιαστών. Προϋποθέτει μια ‘πλειοψηφία’ που κανονικοποιεί και νομοθετεί για αυτούς που ορίζει ως μειοψηφίες και θέλει να παρουσιάζεται ως πεφωτισμένη. Αυτή η ‘πλειοψηφία’ ορίζεται από το πολιτισμικό παράδειγμα που υπηρετεί και όχι με δημοκρατικούς αριθμητικούς όρους. Είναι μια πλειοψηφία βασιλική, ισχνή σε αριθμούς αλλά με ισχυρή εξουσία. Είναι η βασιλική οδός.]

5 Σχόλια “ΟΜΟΝΟΙΑ: Κάποιο Σάββατο του 2011, 20:00 – 20:10”

  1. rodia Says:

    Παλιά, ένας φίλος έλεγε ότι η Ομόνοια είναι ο καθρέφτης της Ελλάδας και νομίζω ότι αυτό εξακολουθεί να ισχύει. Τότε, εβλεπες εκεί κάθε καρυδιάς καρύδι, που λένε, κυρίως επαρχιώτες που ψάχναν τριγυρνώντας κάποιο γνωστό ή εργάτες στημένους σε ορισμένα σημεία να περιμένουν να τους διαλέξει κάποιος για μεροκάματο. Αυτά, το πρωί. Τα βράδια, η Ομόνοια ήταν απλησίαστη και προκαλούσε δέος το πέρασμά της. Περπατούσαμε με τα παιδιά μου, σφιχτά ο ένας κοντά στον άλλο, μετά τις παραστάσεις του Εθνικού πηγαίνοντας προς Ιντεάλ, μέσα σε ένα ιδεατό στερεό, αποκρούοντας πιθανές παρεμβολές από άλλες ομάδες επικίνδυνα ήσυχων ή θορυβωδών ανθρώπινων στοιχειών. Η βασιλική «πλειοψηφία» που γράφεις, σίγουρα διαθέτει ιδιωτικά οχήματα και διαπερνά το κρίσιμο σημείο με φουλ το γκάζι -αν κατά τύχη χρειαστεί να διαβεί από εκεί.
    Νομίζω ότι πρόκειται απλώς για διαφορετικούς κόσμους που συναντιούνται σε αυτό το χώρο, χωρίς καμμιά διάθεση/πρόθεση να συναντηθούν.. το συναπάντημα συμβαίνει από ανάγκη, δεν υπάρχει άλλο πέρασμα, και καθένας βάζει τα όοριά του. Με τον τρόπο αυτό, με τα όρια, είναι δυνατή η ολιγόστιγμη συνύπαρξη. Χωρίς όρια, δυσκολεύομαι να φανταστώ το αποτέλεσμα.

  2. rodia Says:

    Η μάνα μου θυμάται μια εντελώς διαφορετική Ομόνοια. Μια πλατεία που έσφυζε από ζωή και κοσμικότητα. Με τα θέατρα, τα ανθοπωλεία, τα ξενοδοχεία πολυτελείας, τα ρεστοράν. Ομορφη τη μερα και πεντάμορφη της νύχτα. Οπως η πλατεία του χωριού όταν έχει πανηγύρι. Μυστήριο πράγμα, πώς η αλλαγή μιας πλατείας ταιριάζει τόσο πολύ με την αλλαγή μιας ολόκληρης χώρας!

    Σήμερα, η πλατεία μοιάζει με τεράστιο ταψί. Συμπτωματική η επιλογή του σχεδίου αυτού «ανάπλασης» της πλατείας; Σχέδιο αποξένωσης και καταστροφής είναι!

  3. raresteak Says:

    Ροδιά σε ευχαριστώ για τα πολύ εύστοχα σχόλιά σου

  4. Gilletina Says:

    Κάποτε είχε τις 9 μούσες, ωραίες μαμάρινες σκάλες στο κέντρο της για τον ηλεκτρικό που μόλις είχε φτάσει εκεί ερχόμενος απο τον προηγούμενο σταθμό της Λυκούργου (Γραφεία ΗΣΑΠ τώρα δίπλα, υπογείως υπάρχει σαν χώρος εναπόθεσης συρμών, ίσως καταστρέφεται αυτή τη στιγμή απο την ανακαίνιση της σύραγγας).
    Γυρω γύρω τράμ, αμαξάδες και λεωφορεία, οι τραμβέργηδες κατεβαίναν και με την βέργα αλλάζανε το ψαλιδι για αθηνάς ή σταδίου ανάλογα το δρομολόγιο…

  5. satellite Says:

    Πολύ ωραίο το τελευταίο κομμάτι σε bold για την ανεκτικότητα. Πίσω από κάθε πλειοψηφία κρύβεται ένας φασισμός.


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: