ΜΙΑ ΠΑΡΑΞΕΝΗ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ (ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΓΙΝΕ ΠΟΤΕ)

Οκτώβριος 18, 2009

tr-ppa

Το punctum των ημερών ήρθε μέσα από ένα ρεπορτάζ της ΕΡΤ από την πρεμιέρα της ταινίας του Παντελή Βούλγαρη «Ψυχή Βαθιά».  Ήταν ο Μίμης Πλέσσας, αυτός ο κύριος που για τα παιδιά των μικροαστών που γεννήθηκαν μετά την πτώση του τείχους του Βερολίνου ίσως να είναι απλά ένας περίεργος σπαστικός γέρος που κάθε χρόνο κάνει και καλά γκραν γκινιόλ ανακοινώσεις αναφορικά με το ποιο τραγούδι του Ρουβά ή της Παπαρίζου θα πάει στη Eurovision. Στην πραγματικότητα ο Πλέσσας ενσαρκώνει τον προαιώνιο φασισμό της κοινωνίας του αποκλεισμού που πάντα διέπρεπε στην Ελλάδα. Ο Πλέσσας είναι αυτό το απείκασμα καλλιτέχνη που απλά καταφάσκει διαρκώς για να υπάρχει στον αφρό. Από τον γνήσιο φασισμό της κοινωνίας των δεξιών διαπιστεύσεων κοινωνικών φρονημάτων ως τον σημερινό εκλεπτυσμένο και για τούτο βασανιστικότερο φασισμό της μαζικής κουλτούρας των ελίτ, αντιπροσωπεύει τα παιδιά που ήταν σεβαστικά και πάντα βαθιά μέσα στο σύστημα της αναπαραγωγής της διαφορικής κοινωνικής σχέσης. Ο εκπρόσωπος της ανώδυνης χρυσής μετριότητας που έπαιζε σαν σάουντρακ σε μιούζικαλ στο Άουσβιτς της κοινωνικής διαίρεσης που εξευτέλιζε τα αιχμηρά ταλέντα ως του ορίου της ψυχωτικής αφάνειας. Ο πήχης της μετριότητας έχει φτάσει πλέον στο κακό (γούστο;), λόγω του ότι αυτά που στα νιάτα του Πλέσσα ήταν ένας εισαγόμενος μοντερνιστικός εξωτισμός made in USA, ήτοι οι μηχανισμοί της καπιταλιστικής πολιτικοοικονομικής εξουσίας και η σύστοιχη εταιρική κουλτούρα, σήμερα έχουν καταπιεί ολόκληρο το context της μαζικής κουλτούρας και έχουν θέσει εαυτόν αποκλειστικά στο κέντρο αυτού του υποσυστήματος αναπαραγωγής των κοινωνικών σχέσεων. Άλλοτε φασισμός του γερμανού κατακτητή, άλλοτε φασισμός των γέρων με τις σάπιες ιδέες που έχουν κατσικωθεί στις θέσεις τους και λοιδορούν τα παιδιά του Δεκέμβρη, ο Πλέσσας και το σινάφι του ήταν οι διαχρονικοί λαδέμπορες που καταφάσκουν σε κάθε εμπόριο αξιών.

Στο σχετικό ρεπορτάζ λοιπόν είδαμε αυτόν τον κύριο ενθουσιασμένο να σχολιάζει την εξαιρετική μουσική της ταινίας του Βούλγαρη, λέγοντας περίπου πως μόνο αυτή θα μπορούσε να λειτουργήσει και να κοινωνήσει τα μηνύματα της ταινίας και πως θέλει οπωσδήποτε να συναντήσει ‘αυτό το παιδί’ που έγραψε τη μουσική για να το συγχαρεί. Δεν είναι τυχαία η αντίληψη του τι είναι παιδί για τη γενιά καλλιτεχνών που κρατάει τα γκέμια σε μια Ελλάδα που θέλει να ξεχυθεί στους αγρούς. Το παιδί στην προκειμένη περίπτωση είναι βέβαια ο πενηντάχρονος Γιάννης Αγγελάκας. Πέραν της αρρωστημένης αντίληψης για την διαδοχή των γενεών και την θεμιτή (;) άγνοια του γηραιού συνθέτη προς έναν άλλον που προέρχεται από μια άλλη απολύτως αντιθετική καλλιτεχνική δημόσια σφαίρα, αυτός ο όψιμός ενθουσιασμός είναι που αποτελεί τον πυρήνα της νεοελληνικής ιλαροτραγωδίας, ιλαρής για τους χορτασμένους φασίστες και τραγωδίας για τους ταλαντούχους ορθολογιστές του συναισθήματος. Ο Αγγελάκας δεν νομίζω ότι χρειάζεται συστάσεις. Ο σεβασμός που έχει κερδίσει από όλον τον σκεπτόμενο κόσμο αυτής της χώρας και όχι μόνο, αλλά και τα συνεχή καλλιτεχνικά περιπετειώδη διαπιστευτήριά του τον έχουν κάνει μια κατηγορία από μόνο του που εκών άκων κοιτά από εκεί ψηλά όλους τους υπόλοιπους. Και βέβαια ο Αγγελάκας έχει γίνει σύμβολο -τι περίεργη τύχη για μια αναρχική ψυχή;- οποιουδήποτε και οτιδήποτε βρίσκεται αριστερότερα του τρέχοντος νεοελληνικού zeitgeist: Από τα quotes του Τσίπρα και την νεανική-αναρχική νοσταλγία για τις Τρύπες, ως τις εσχατιές των ηχητικών πειραματισμών που μόνο οι γενναίοι αντέχουν να κάνουν καθημερινό habitus.

Οι ταινίες του Βούλγαρη είχαν πάντα αυτόν τον εκνευριστικά συμφιλιωτικό και κατευναστικό τόνο, κάτι σαν φιλεύσπλαχνες νοσοκόμες σε ένα δαιδαλώδες νοσοκομείο με γιατρούς κοράκια: πάντα σου άρεσαν οι περιποιήσεις τους αλλά δεν μπορούσες να αγνοήσεις πως οι γιατροί προτίμησαν να σε ακρωτηριάσουν, και το χειρότερο ότι αυτές οι νοσοκόμες δεν αντιμιλούσαν ποτέ στους γιατρούς γιατί θα έχαναν τη δουλειά τους. Σε αυτό το πεδίο λοιπόν συναντήθηκαν οι δύο κόσμοι, του Πλέσσα και του Αγγελάκα. Ο ενθουσιασμός του Πλέσσα προκαλεί τουλάχιστον αμηχανία στο κοινό του Αγγελάκα και ίσως και στον ίδιο. Αυτή η ετεροβαρής σχέση όμως υπογραμμίζει κυρίως το σχήμα που ενυπάρχει ακόμα και στον κοινωνικό σχεδιασμό που ασμένως προωθεί τις τελευταίες μέρες η νέα κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ: Ο Πλέσσας δεν γνωρίζει τον Αγγελάκα, ο Αγγελάκας είναι αναγκασμένος από τα γεννοφάσκια του να γνωρίζει τον Πλέσσα. Είναι η σχέση ανάμεσα στην καθεστωτική και την (τις) αντιθετική (-ες) δημόσια (-ες) σφαίρα (-ες).

Οι μικροαστοί του Πλέσσα με τα επαρχιωτικά αμερικανικά όνειρα μπορούν να αγνοούν οποιαδήποτε τραγωδία μπορεί ενδεχομένως να σταθεί εμπόδιο στα ατομικά τους πλάνα ζωής, από μια χούντα ως μια κακοποίηση στο διπλανό διαμέρισμα. Τις περισσότερες φορές αυτές οι ίδιες οι τραγωδίες μικρές ή μεγάλες αποτελούν το υλικό των ονείρων τους, σπάνε τον ανταγωνισμό: άσε τους άλλους απασχολημένους με το να αγωνίζονται και εγώ θα ανεβαίνω πια άνετα την κοινωνική κλίμακα. Οι μικροαστοί του χτες είναι οι νοικοκυραίοι του σήμερα. Λαδέμποροι και πουτάνες που βλέπουν τα ΜΑΤ και τα Δέλτα στα Εξάρχεια σαν ασφάλεια από ένα αόρατο κακό και τον αυτοαποκαλούμενο Υπουργό Προστασίας πραγματικό προστάτη-νταβατζή και εξευτελιστή κάθε ίχνους αξιοπρέπειας. Το βασικό χαρακτηριστικό των νοικοκυραίων είναι η άγνοια. Η άγνοια είναι ευτυχία και δεν σε περισπά από τη φρικιαστική αποστολή να πατάς σε πτώματα για να δεις έναν  τεχνητό ήλιο. Τα κατά 99% συμβολικά και 100% ιδιοκτησιακά καθεστωτικά ΜΜΕ είναι ο καλύτερος σύμμαχός τους σε αυτή την επίπονη κατάδυση στην άγνοια. Έτσι κοιμούνται, ξυπνούν και ξεφτιλίζονται μουρμουρίζοντας mantras για ‘μπαχαλάκηδες’, ‘αντιεξουσιαστές’, ‘αναρχικούς’, ‘τρομοκράτες’ σαν να είναι κενά και αλληλοανταλλάξιμα σημαίνοντα. Η ανώτατη αναγωγή καταλήγει πως όποιος σκέφτεται και πράττει έξω από το κουτί είναι επικίνδυνος, λες και έχουμε φτάσει κάπου που αξίζει να μείνουμε. Αυτοί οι νοικοκυραίοι δεν γνωρίζουν και δεν θέλουν να γνωρίσουν τι πραγματικά τους λένε αυτά τα παιδιά από την απέναντι όχθη. Γι’ αυτό και τα παιδιά αναγκάζονται να φωνάζουν με όλη τους τη δύναμη.

Αυτή  η παράδοξη στιγμή που ο Πλέσσας συναντά τον Αγγελάκα στο ουδέτερο πεδίο του Βούλγαρη θα μπορέσει να μετουσιωθεί στον κοινωνικό χώρο; Η πεποίθησή μου -την έχω διατυπώσει πολλάκις σε αυτό το ιστολόγιο- είναι πως ο διάλογος είναι αδύνατος ανάμεσα στις δυο όχθες, καθώς το ancien regime έχει παραδοθεί πλήρως και αυτιστικά στον παλιμπαιδισμό της μεταμοντέρνας αφθονίας. Το ancien regime είναι που πρώτο με τους τρόπους του έχει αποκηρύξει τον διάλογο ως μέσο προόδου. Είναι υγιές που αυτά τα στεγανά προσπαθεί να τα σπάσει ο Δεκέμβρης. Ο Δεκέμβρης γνωρίζει τους γονείς του, οι γονείς του δεν γνωρίζουν τον Δεκέμβρη. Το ancien regime είναι ο μεσσίας ενός πολέμου, είτε με την μορφή του Δεκέμβρη είτε ως επακόλουθο της διαφαινόμενης οικονομικής κατάρρευσης. Ο πόλεμος έρχεται.

[Δεν έχω δει ακόμα την ταινία, ούτε έχω ακούσει τη μουσική, αλλά νομίζω πως η επιτυχία του Βούλγαρη είναι αυτό ακριβώς που ανιτπροσωπεύουν οι δηλώσεις του Πλέσσα: την άγνοια της ύπαρξης μιας ακμαίας και δημιουργικής μειοψηφίας, στον καιρό που οι μειοψηφίες κατασυκοφαντούνται]

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: