Η πλάκα και το χιούμορ

Αύγουστος 9, 2006

Είναι απελπιστικός ο τρόπος με τον οποίο μας εγκαλούν να γελάσουμε με τα πράγματα σήμερα. Ψάχνω να βρω κάποια αιχμηρή δημόσια γλώσσα να τσακίσει τα κόκαλα αυτών που μας έχουν πνίξει στη μαλακία, αλλά μάταια. Ένας Καλαϊτζής δεν φέρνει την άνοιξη. Στην καλύτερη περίπτωση πέφτω σε έναν παροπλισμένο και επαναλαμβανόμενο Πανούση, θύμα κι αυτός της αντιδραστικής εκκαθάρισης του Σκαϊ. Ακόμα πιο χαμηλά, ο Λαζόπουλος, που μόνο όταν ξυπνήσουν οι αριστερές ενοχές του προσπαθεί κακήν κακώς να κολυμπήσει στον πολτό που ο ίδιος συντέλεσε να δημιουργηθεί. Μετά, το χάος. Μετά, οι τούρτες του Αρναούτογλου και τα λογοπαίγνια του Σεφερλή. Φαίνεται πως η γκραμσιανή Ηγεμονία έχει πια ωριμάσει και στην ελληνική περίπτωση την εποχή των post-September-11 βορειοατλαντικών προσχημάτων, και το χιούμορ έχει μεταλλαχθεί σε απόλυτα κομφορμιστική πλακίτσα βιομηχανικής παραγωγής.

Σε τέτοιες καταστάσεις στρέφεται κανείς σε λιγότερο μαζικά σχήματα για να αναζητήσει τη νέα παλλόμενη φλέβα. Τζίφος. Το θέατρο είτε στρέφεται στις κλασικές κωμωδίες, είτε (πολύ πιο σπάνια) παράγει τα γνωστά ρηχά και αυτάρεσκα αστειευόμενα νεοελληνικά κείμενα. Το τελευταίο ισχύει και για το σινεμά. Ο Περάκης έγινε πάλι μαζικός με μια υστερική lifestyle γλώσσα, που απενοχοποίησε κάθε καταπιεσμένη κοράκλα που αναπολεί τον στρατό ως ό,τι καλύτερο της έχει συμβεί πριν στήσει κώλο σε κάθε εύκαιρο αφεντικό. Και ο Μαμωνάς να μας φυλαέι από την Μαλέα, που σε μια άλλη ευνομούμενη χώρα θα ήταν από μόνη της ικανή συνθήκη για την νομική κατοχύρωση του γιαουρτώματος. Ακούω ήδη κάποιους να αναφέρονται στη μπλογκόσφαιρα, όμως ας κρατάμε μικρό καλάθι. Το πιο επιφανές παράδειγμα είναι αυτό του Πιτσιρίκου, με μια γραφή που ισορροπεί ανάμεσα στο χιούμορ και την πλάκα. Αυτό το δεύτερο είναι που του εξασφάλισε τη γνωστή φτασμένη αυλή από βασιλείς χειροκροτητές. Ωστόσο με την ηθική του προικισμένου γελωτοποιού το χιούμορ μένει άγονο και καθηλωμένο.

Χιούμορ είναι η διάθεση και το αποτέλεσμα του να λες την αλήθεια με έναν τρόπο που τιμά την διάνοια και το γούστο του άλλου. Η πλάκα λοιπόν είναι το χιούμορ των συνασπισμένων ημιμαθών. Πώς να μη γκρινιάζουν οι εναπομείναντες σκεπτόμενοι άνθρωποι αυτής της μαστουρωμένης επικράτειας της ‘θετικής ενέργειας’; Κάποιοι τους κατηγορούν ότι επιλέγουν το δρόμο της πικρίας, όμως όταν δε μπορείς να έχεις μια καλή κωμωδία τότε θα πρέπει να έχεις ένα δυνατό δράμα. Υπό αυτή την οπτική, θεωρώ πως οι ταινίες του Οικονομίδη είναι οι καλύτερες κωμωδίες -ναι, κωμωδίες- που έχουμε αυτή τη στιγμή. Κοφτερές και υπερβολικές.

malvina.jpg

Το πόσο μικροί είναι όσοι λυμαίνονται σήμερα τη λεγόμενη σάτιρα, θα μου το θυμίζει η πιο φονική ακίδα που μπήκε ποτέ στο δάχτυλό τους. Η λάμψη της Μαλβίνας έκανε τη στιγμή της να γίνει αιωνιότητα. Χορτάτη, ακαριαία, βλάσφημη, ουσιαστικά μορφωμένη, ριζοσπαστικά μεροληπτική, συνειδητά μη πολιτικά ορθή και μαχήτρια για τις απόψεις της χωρίς δημοσιοσχετίστικα τερτίπια. Είναι ο άνθρωπος που ξεκλείδωσε και ξεμπρόστιασε τα μαφιόζικα ανακλαστικά του Πρωθυπουργού. Είναι το τέλειο και τετελεσμένο χιούμορ. Η συντέλεια της δύναμης της γλώσσας. Στους εκάστοτε επικηδείους της επικεντρώνονται στα πολύ καλά ‘σοβαρά’ γραπτά της. Ας μη ξεχνάμε όμως πως το ανελέητο ξεφτίλισμα που έκανε στο prime time ήταν η λυδία λίθος για την κοινωνία μας και για ένα μαζικό κοινό, το οποίο υπό άλλες συνθήκες πιθανότατα θα αγνοούσε ότι έχει υπάρξει αυτός ο λαμπερός δαίμονας. Από την ώρα της καθαίρεσής της η πολιτική και επικοινωνιακή μαφία αντιλήφθηκαν την σημασία της γκραμσιανής ηγεμονίας και πως κανένα περιεχόμενο δεν είναι αθώο ‘αρκεί-να-πουλάει-κόσμο-στους-διαφημιστές’. Η Μαλβίνα, που τη μια στιγμή προσευχόταν στην εκκλησία και προσκυνούσε τους φαλλοκράτες αγαπητικούς της και την άλλη ξεπαρτάλιαζε κυβερνήσεις και απάγγελε βαθυστόχαστα τσιτάτα. Αυτή η γλυκιά και φαρμακερή σαν τη ζωή αντίφαση.